Ένας άνθρωπος που περπάτησε τον αιώνα με μνήμη, αξιοπρέπεια και δημιουργία
Έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, ο Ιωάννης Λούτσης, ένας άνθρωπος που η προσωπική του διαδρομή ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία του τόπου του. Μια ζωή σμιλεμένη μέσα από τραγικές απώλειες, σκληρή εργασία, επιμονή και δημιουργία, που ξεκίνησε από τα μαρτυρικά Καλάβρυτα και έφτασε έως τα μεγάλα έργα υποδομής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Ο Ιωάννης Λούτσης γεννήθηκε στα Καλάβρυτα το 1936, γιος του Παναγιώτη Λούτση και της Ελένης Νικολάου. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια με έξι αδέλφια: τον Παύλο, τον Θόδωρο, την Ανδρομάχη, την Τρισεύγενη, την Καλλιόπη και τον Κώστα. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα από τη ναζιστική θηριωδία.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, στη Λάκα του Καπή, οι γερμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν τον πατέρα του Παναγιώτη, τα αδέλφια του Παύλο, μόλις 19 ετών, και Θόδωρο, 16 ετών, καθώς και τον γαμπρό της οικογένειας, Βασίλη Χρυσανθακόπουλο. Ο ίδιος, παιδί ακόμη, έζησε τον τρόμο και την απώλεια, εμπειρίες που σφράγισαν για πάντα τη ζωή του.
Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, παράλληλα με τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων, αναγκάστηκε να εργαστεί για την επιβίωση της οικογένειας. Δούλεψε στο βιβλιοπωλείο του Βασίλη Κανελλόπουλου, ως εφημεριδοπώλης, αλλά και ως «μπακαλόγατος» στο παντοπωλείο των αδελφών Τάγαρη, κρατώντας τα βράδια τα βερεσέδια του καταστήματος. Από νωρίς έμαθε ότι η πρόοδος απαιτεί κόπο και επιμονή.
Το 1955 άφησε την πατρίδα του και μετανάστευσε στη Γερμανία, συμμετέχοντας σε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης για ορφανά παιδιά των Καλαβρύτων. Με πείσμα και εργατικότητα συνέχισε τις σπουδές του, φτάνοντας να σπουδάσει Πολιτικός Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο του Ζίγκεν, με υποτροφία γερμανικής εταιρείας.
Η επαγγελματική του πορεία τον οδήγησε σε μεγάλα υδραυλικά έργα, σε αρδευτικά προγράμματα και μελέτες φραγμάτων στην Ελλάδα, ενώ αργότερα δραστηριοποιήθηκε ως εργολήπτης δημοσίων έργων με έδρα την Ηλεία.
Το 1973 παντρεύτηκε τη Γεωργία Φαρμάκη, φιλόλογο από τη Σιάτιστα, με την οποία δημιούργησαν μια δεμένη οικογένεια και απέκτησαν δύο κόρες: την Ελένη, θεολόγο, και την Παναγιώτα, χημικό μηχανικό.
Μια ξεχωριστή σελίδα της ζωής του γράφτηκε όταν, εργαζόμενος για γερμανική εταιρεία, στάλθηκε για δύο χρόνια στο Νεπάλ, προκειμένου να επιβλέψει έργα αρδευτικών συστημάτων. Ήταν μια εμπειρία μοναδική: ένα Νεπάλ πολύ διαφορετικό από το σημερινό, χωρίς τουρισμό και σύγχρονες υποδομές. Οι επιβλητικοί ναοί και ο άγνωστος πολιτισμός τον είχαν αφήσει εκθαμβωμένο. Ωστόσο, η ομορφιά της εμπειρίας συνοδευόταν από μια μεγάλη δυσκολία: η επικοινωνία με την οικογένειά του ήταν σχεδόν αδύνατη. Η σύζυγός του παρέμενε στην Ελλάδα με τα δύο μικρά παιδιά τους και η μοναδική τους επαφή γινόταν μέσω επιστολών που ταξίδευαν για εβδομάδες.
Λίγο αργότερα του προτάθηκε νέα επαγγελματική αποστολή στην Κίνα, όμως εκείνος επέλεξε να επιστρέψει οριστικά κοντά στην οικογένειά του, αποδεικνύοντας ότι για τον ίδιο η επιτυχία δεν είχε αξία μακριά από τους δικούς του ανθρώπους.
Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν άνθρωπο ήρεμο, εργατικό, με βαθιά αίσθηση ευθύνης και αξιοπρέπειας. Έναν άνθρωπο που κουβαλούσε τη μνήμη της καταστροφής, αλλά επέλεξε να χτίσει, να δημιουργήσει και να προχωρήσει μπροστά, δίχως πικρία.
Η ζωή του Ιωάννη Λούτση υπήρξε μια διαδρομή από τα ερείπια της ιστορίας προς τη δημιουργία, από τη σιωπηλή οδύνη στη δύναμη της προκοπής. Ένας άνθρωπος που έζησε έναν ολόκληρο αιώνα αλλαγών, κρατώντας πάντα ζωντανές τις ρίζες και την αγάπη για την οικογένεια και τον τόπο του.
Μαρία Πετρουτσά



