Ο Αττίκ και το «Ζητάτε να σας πω»: Όταν ο πόνος βγήκε στη σκηνή

Ο Αττίκ, κατά κόσμον Κλέων Τριανταφύλλου, υπήρξε μία από τις πιο σύνθετες και ευαίσθητες μορφές του ελληνικού τραγουδιού του Μεσοπολέμου. Γεννήθηκε το 1885 στην Αίγυπτο. Συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και πιανίστας, με σπουδές στο Παρίσι και έντονες ευρωπαϊκές επιρροές, έφερε στην Αθήνα ένα διαφορετικό μουσικό ήθος, μέσα από το καμπαρέ και τη θρυλική «Μάντρα του Αττίκ».

Image

Πίσω από την κομψότητα και το λεπτό χιούμορ της σκηνής, υπήρχε ένας άνθρωπος βαθιά συναισθηματικός, συχνά μελαγχολικός, με έντονες εσωτερικές διακυμάνσεις. Η προσωπική του ζωή, και κυρίως οι ερωτικές του απογοητεύσεις, διαπέρασαν το έργο του και το καθόρισαν.

Μια σοβαρή ασθένεια της αδελφής του τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου συνεχίζει να εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα και να συνθέτει, χωρίς όμως να γνωρίσει άμεσα την αναγνώριση που αντιστοιχούσε στο ταλέντο του. Η πραγματική αξία του έργου του γίνεται αντιληπτή κυρίως μέσα από τις περιοδείες του σε χώρες της Ευρώπης και στη Ρωσία, όπου έρχεται σε επαφή με ένα κοινό που εκτιμά βαθύτερα τη μουσική του.

Το 1930, έχοντας πλέον διαμορφώσει τη δική του καλλιτεχνική ταυτότητα, προχωρά στη δημιουργία της «Μάντρας», ενός τολμηρού και καινοτόμου εγχειρήματος, που ξεπερνούσε τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής και άνοιγε νέους δρόμους στη μουσική και θεατρική ζωή της Αθήνας.

Η «Μάντρα» που δημιούργησε ο Αττίκ το 1930 αποτέλεσε ένα από τα πιο πρωτοποριακά καλλιτεχνικά εγχειρήματα της εποχής της. Πολύ πριν καθιερωθούν οργανωμένες μουσικές και θεατρικές σκηνές σύγχρονου τύπου, ο Αττίκ οραματίστηκε και υλοποίησε έναν πολυπρόσωπο καλλιτεχνικό πυρήνα, που συνδύαζε τραγούδι, σάτιρα, μιμήσεις και αυτοσχέδιες παραστάσεις.

Η «Μάντρα» δεν λειτουργούσε απλώς ως χώρος εμφανίσεων, αλλά ως ένας ζωντανός πολιτιστικός όμιλος, με συχνές δημόσιες παρουσίες και εκδηλώσεις σε διάφορα σημεία της Αθήνας. Για την ανάπτυξη του εγχειρήματος, ο Αττίκ συνεργάστηκε με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Παντελής Χορν, ο Δημήτρης Ευαγγελίδης και ο Βώττης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου καλλιτεχνικού ύφους.

Το 1938, η «Μάντρα» βρήκε μόνιμη στέγη στην ταβέρνα «Μονμάρτη», στη συμβολή των οδών Αχαρνών και Ηπείρου. Από εκεί συνέχισε τη λειτουργία της έως την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τη μουσική και θεατρική ζωή της πόλης.

Στο πλευρό του Αττίκ έκαναν τα πρώτα τους βήματα πολλοί καλλιτέχνες που αργότερα διέγραψαν σημαντική πορεία, όπως η Κάκια Μένδρη, η Δανάη, η Νινή Ζαχά, οι αδελφές Καλουτά, ο Μίμης Τραϊφόρος και ο Οικονομίδης. Η «Μάντρα» λειτούργησε έτσι ως φυτώριο ταλέντων και ως ένας από τους βασικούς πυρήνες ανανέωσης του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού και της επιθεώρησης στον Μεσοπόλεμο.

Όσοι περνούσαν το κατώφλι της «Μάντρας» δεν πήγαιναν μόνο για να ακούσουν τα τραγούδια του Αττίκ. Πήγαιναν και για να δουν από κοντά ένα από τα πιο παράξενα και εντυπωσιακά χαρίσματά του: το περίφημο διπλό σφύριγμα.

Κατά τη διάρκεια των εμφανίσεών του, ο Αττίκ συνήθιζε να συνοδεύει το παίξιμό του στο πιάνο με σφύριγμα. Δεν επρόκειτο όμως για ένα απλό μουσικό τέχνασμα. Είχε την ικανότητα να παράγει ταυτόχρονα δύο διαφορετικούς φθόγγους, δημιουργώντας μια ιδιότυπη διφωνία που έμοιαζε περισσότερο με «κελάηδημα» παρά με ανθρώπινο σφύριγμα.

Αυτή η σπάνια δεξιοτεχνία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σκηνικής του παρουσίας και ενίσχυε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των εμφανίσεών του, αφήνοντας το κοινό με την αίσθηση ότι παρακολουθεί κάτι πραγματικά μοναδικό.

Image

Οι γάμοι του Αττίκ

Η προσωπική ζωή του Αττίκ υπήρξε εξίσου έντονη και δραματική με το έργο του. Στη διάρκεια της ζωής του παντρεύτηκε τρεις φορές, βιώνοντας μεγάλες αγάπες αλλά και βαθιές απώλειες.

Ο πρώτος του γάμος έγινε το 1909 με τη Μαρί–Ελέν, μια γυναίκα που αγάπησε βαθιά. Η κοινή τους ζωή σημαδεύτηκε από τραγωδία, καθώς έχασαν το μοναδικό τους παιδί και, έξι μήνες αργότερα, πέθανε και η ίδια. Το πλήγμα αυτό τον συγκλόνισε.

Λίγο καιρό μετά, ερωτεύτηκε παράφορα την ηθοποιό Μαρίκα Φιλιππίδου και την παντρεύτηκε. Ο γάμος τους, όμως, δεν κράτησε πολύ. Το 1914 η Φιλιππίδου τον εγκατέλειψε για να παντρευτεί τον Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνα Μερκούρη. Ο χωρισμός αυτός τον κατέβαλε ψυχικά και άφησε βαθύ αποτύπωμα στον συναισθηματικό του κόσμο.

Ύστερα από αυτή τη δοκιμασία, βρήκε στήριγμα στη Ρωσίδα καλλιτέχνιδα Σούρα, με την οποία παντρεύτηκε για τρίτη φορά και έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η νύχτα της έμπνευσης

Σύμφωνα με μαρτυρίες και αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν κοντά στον Αττίκ, το τραγούδι γεννήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά, σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της ζωής του.

Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν εμφανιστεί στη «Μάντρα», είδε στο κοινό τη γυναίκα που αγαπούσε την Μαρίκα Φιλιππίδου. Δεν ήταν μόνη. Βρισκόταν στο πλευρό του νέου της άνδρα.

Η εικόνα αυτή φαίνεται πως τον συγκλόνισε.

Με βουρκωμένα μάτια κι έναν κόμπο στο στομάχι, ο Αττίκ σηκώνεται από το πιάνο του και φεύγει προς τα καμαρίνια. Επικρατεί αμηχανία στο κοινό που δεν ξέρει τι να περιμένει. Μετά από 10 λεπτά επιστρέφει στη σκηνή έχοντας συνθέσει μουσικά και στιχουργικά ένα τραγούδι. Ο τίτλος του; “Ζητάτε να σας πω”

Έτσι μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έγραψε το τραγούδι. Όχι μια σύνθεση δουλεμένη και επεξεργασμένη, αλλά μια άμεση, σχεδόν ακατέργαστη εξομολόγηση.

Στο τραγούδι του «Ζητάτε να σας πω» γίνεται αναφορά σε ένα παλαιότερο έργο του, το «Είδα μάτια», το οποίο είχε γράψει για την αγαπημένη του Μαρίκα. Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως εσωτερικός διάλογος με το παρελθόν του και με έναν έρωτα που είχε ήδη αποτυπωθεί καλλιτεχνικά.

Η Μαρίκα ΦΙλιππίδου

Οι στίχοι ως δημόσια εξομολόγηση

Όταν ανέβηκε στη σκηνή, τραγούδησε το κομμάτι που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Οι στίχοι του ήταν άμεσοι, σχεδόν ωμοί στην ειλικρίνειά τους:

Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε είδα μάτια
με σκίζετε κομμάτια

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει

Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις

Στο γλέντι σας αυτό
δε θα’ τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ’ ένα τέτοιο τραγουδάκι

Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια

Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ’ αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ’ τη φύση
καρδιά για ν’ αγαπήσει

Αχ, δεν είν’ οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες

Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι

Οι στίχοι δεν είναι σε θέση να κρύψουν τίποτα. Μιλούν για μια παλιά πληγή που αιμορραγεί, για την ειρωνεία των άλλων, για τη δυσκολία να τραγουδά κανείς αυτό που προσπαθεί να ξεχάσει, για την αίσθηση ότι οι καρδιές και οι ομορφιές δεν μοιράζονται δίκαια στον κόσμο.

Μέσα από αυτό το τραγούδι, ο Αττίκ δεν απευθυνόταν γενικά στο κοινό. Απευθυνόταν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, παρόν εκείνη τη στιγμή, χωρίς όμως να το κατονομάζει. Η εξομολόγηση γινόταν δημόσια, αλλά με τρόπο αξιοπρεπή και συγκρατημένο.


Τέχνη χωρίς φίλτρο

Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς εισπράχθηκε το τραγούδι τη στιγμή της πρώτης του ερμηνείας. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το «Ζητάτε να σας πω» καθιερώθηκε σύντομα ως ένα από τα πιο προσωπικά και γνωστά έργα του.

Δεν πρόκειται για τραγούδι επίδειξης. Δεν έχει στόχο να εντυπωσιάσει. Δεν στηρίζεται σε ευκολίες. Είναι η καταγραφή ενός εσωτερικού τραύματος την ώρα που ακόμη αιμορραγεί.

Ο Αττίκ δεν εκθέτει τη γυναίκα που αγάπησε. Εκθέτει τον εαυτό του. Παραδέχεται τη μοναξιά, τη ζήλια, την αίσθηση μειονεξίας, τη δυσκολία να συμβιβαστεί με την απώλεια.


Η ζωή και το τέλος

Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ο Αττίκ εμφανίζεται στην ταινία Χειροκροτήματα του Γιώργου Τζαβέλλα. Στην ταινία αυτή παρουσιάζεται εμφανώς καταβεβλημένος από τις στερήσεις και τις δυσκολίες της Κατοχής, ενώ σε ορισμένες στιγμές ο τόνος του γίνεται ιδιαίτερα μελοδραματικός, μακριά από τη ζωντάνια, το πνεύμα και την ευφυΐα που χαρακτήριζαν τον δημιουργό της «Μάντρας» στα χρόνια της ακμής του.

Τα τραγούδια του Αττίκ στην ταινία ερμηνεύονται από τη Δανάη, συμβάλλοντας στη διατήρηση του ιδιαίτερου μουσικού του ύφους μέσα στο κινηματογραφικό έργο.

Η μετέπειτα ζωή του Αττίκ χαρακτηρίστηκε από οικονομικές δυσκολίες, ψυχολογική πίεση και βαθιά μελαγχολία, ιδιαίτερα στα χρόνια της Κατοχής. Το 1944 έδωσε τέλος στη ζωή του, λένε ότι αυτό συνέβη μετά τον ξυλοδαρμό του από έναν Γερμανό στρατιώτη. Έτσι έφυγε αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνεχίζει να συγκινεί.

Το «Ζητάτε να σας πω» παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος αντιμετώπιζε την τέχνη: ως προέκταση της προσωπικής του αλήθειας.

Δεν είναι απλώς ένα τραγούδι για έναν χαμένο έρωτα. Είναι ένα ντοκουμέντο συναισθήματος. Μια στιγμή όπου η σκηνή έγινε χώρος εξομολόγησης και η μουσική μέσο επιβίωσης.

Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας αφορά.

Image

Ακούστε την πρώτη εκτέλεση του κομματιού απο τον Αττίκ

Και εδώ είναι η εκτέλεση απο την καλλιτέχνη Δανάη στην πιο γνώριμη εκδοχή του.

Έρευνα για το Ilida Voice

Mαρία Πετρουτσά

Μαρία Πετρουτσά
Μαρία Πετρουτσά
Articles: 26

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *